Οι βαριές συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής της ΝΔ γίνονται όλο και πιο φανερές και δεν μπορούν να κρυφτούν από κανένα δημοσκοπικό τέχνασμα.
Σύμφωνα με τις κατά παραγγελία δημοσκοπήσεις οι 7 και πλέον στους 10 ερωτηθέντες καταγράφονται ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Παρά τις συνειδητές και συστηματικές προσπάθειες των δημοσκόπων να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πελατών τους και να εμφανίσουν, με διάφορα στατιστικά τρικ, την κυβέρνηση Μητσοτάκη ως «ισχυρή», δεν καταφέρνουν να αποκρύψουν την βαθιά απαξίωσή της ανάμεσα σε εντυπωσιακά μεγάλο ποσοστό των εργατικών μαζών και των εκμεταλλευομένων.
Οι βαριές συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής της ΝΔ γίνονται όλο και πιο φανερές και δεν μπορούν να κρυφτούν από κανένα δημοσκοπικό τέχνασμα. Ενδεικτικά μόνο, η φτώχεια, με βάση τα στοιχεία της έκθεσης ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, βασανίζει το 26,9% του πληθυσμού, ακολουθώντας μια συνεχή αύξηση από το 2020 και καταλαμβάνοντας την τελευταία εισοδηματική θέση ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ. Η ακρίβεια των βασικών ειδών διαβίωσης κατατρώει ανελέητα τις μειωμένες και καθηλωμένες εργατικές αμοιβές, που έχουν φτάσει να είναι οι μισές απ’ ότι ήταν το 2010. Τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων κατακρεουργούνται και οι συντάξεις έχουν γίνει της πείνας. Η υγεία και η παιδεία είναι ξεχαρβαλωμένες και βαδίζουν προς την διάλυση υπέρ της ιδιωτικής εκμετάλλευσής τους. Η ανεργία παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα και τα δικαιώματα επιδοτήσεων συνεχώς μειώνονται. Οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες υποβαθμίζονται συνεχώς, περιορίζοντας κάθε κοινωνική παροχή και οι ελάχιστες «επιδοματικές» παροχές κοροϊδίας επιχειρούν να στολίσουν την καταστροφή. Νόμοι και αποφάσεις της κυβέρνησης, καταρρακώνουν βάρβαρα τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, για την όλο και εντατικότερη εκμετάλλευσης, για μεγαλύτερα κέρδη στο κεφάλαιο, για όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου στα χέρια της κεφαλαιοκρατίας
Η οργή και η αγανάκτηση, που προκαλείται απ’ αυτή την εξοντωτική αντιλαϊκή πολιτική, απλώνεται σε όλο και πλατύτερα στρώματα εκμεταλλευομένων. Και ενισχύεται από την συνεχή και απροκάλυπτη κυβερνητική προσπάθειά να κρύψει και να αφήσει ατιμώρητα τα εγκλήματα και τα προκλητικά μεγάλα σκάνδαλα των στελεχών της, που, ως συμμορίες, συγκαλύπτουν εγκλήματα, κατακλέβουν τα δημόσια ταμεία και προσφέρουν δισεκατομμύρια στα θησαυροφυλάκια των «ημετέρων» σε βάρος της κοινωνίας.
Τα ψεύτικα κυβερνητικά αφηγήματα περί «ισχυρής οικονομίας και ευημερίας» συνθλίβονται από την πραγματικότητα της βαθιάς καθεστωτικής δομικής καπιταλιστικής κρίσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, (που παρουσιάστηκε τον Νοέμβρη 2025), η ίδια η κυβέρνηση ομολογεί τις γενικές και καταστροφικές πτωτικές τάσεις των βασικών οικονομικών μεγεθών του ελληνικού καπιταλισμού. Το ΑΕΠ από 2,1% ετήσια αύξηση του 2023 εκτιμάται ότι το 2029 θα πέσει στο 1,3%! Η Δημόσια κατανάλωση από 2,8% του 2023 μηδενίζεται το 2028 και 2029! Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου από το λιγοστό 6,5% του 2023 πέφτει στο 0,8% το 2029!
Η πλατιά εργατική και λαϊκή αγανάκτηση εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Μπορεί η ανοργανωσιά, ο κατακερματισμός και ο αντεργατικός ασφυκτικός έλεγχος των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων από την γραφειοκρατία του εργατοπατερικού κυβερνητικού και κρατικού συνδικαλισμού, να την εμποδίζει να πάρει ακόμα οργανωμένη και συντονισμένη μαζική αγωνιστική μορφή, αλλά εκδηλώνεται συνεχώς. Η κορυφαία εκδήλωσή της ήταν οι μεγαλειώδεις μαζικές διαδηλώσεις του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου 2025 που έγιναν ενάντια στο κυβερνητικό έγκλημα για τα Τέμπη. Που, όμως, κατά γενική ομολογία, συμπεριλάμβαναν και την αγανάκτηση για όλα τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που προκαλεί η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού και η διακυβέρνησή του. Παρ’ ότι πέρασε από τότε σχεδόν ένας χρόνος, οι μεγαλειώδεις αυτές σε όγκο διαδηλώσεις, έχουν ρίξει την βαριά σκιά τους πάνω στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας και ενεργοποίησαν σε μεγαλύτερη κλίμακα την μεγάλη κυβερνητική φθορά.
Με τις συνεχόμενες αποκαλύψεις για τα εγκλήματα των Τεμπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών και των άλλων σκανδάλων, ο Μητσοτάκης και οι κυβερνητικοί μηχανισμοί του, παρακολουθούν αποσβολωμένοι την μεγάλη κατάρρευση της εικονικής καλλιεργούμενης «παντοδυναμίας» τους. Εφησυχασμένοι, βέβαια, από την τερατώδη αδυναμία της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, επιχειρούν να ανακτήσουν μέρος της χαμένης δύναμής τους τάζοντας νέους λαγούς με πετραχήλια, νέα μέτρα «βελτίωσης» της ζωής των μαζών, νέα επιδόματα και «δώρα» ελεημοσύνης και όλα γενικά τα χρησιμοποιημένα και αποτυχημένα αντίγραφα της μέχρι τώρα εφαρμοζόμενης πολιτικής τους. Οι μεγαλειώδεις, όμως, κινητοποιήσεις των αγροτών στις αρχές του Δεκέμβρη΄25, με την καταγραμμένη μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, τους έδειξε με αδιαφιλονίκητο τρόπο ότι οι παραπλανητικές κυβερνητικές προπαγάνδες όχι μόνο δεν μπορούν να μειώσουν την λαϊκή οργή αλλά την φουντώνουν ακόμα περισσότερο.
Καθεστωτική κρίση
Βέβαια, η ρίζα αυτής της κατάστασης δεν είναι μόνο προϊόν της άθλιας αντιλαϊκής διακυβέρνησης. Είναι και απόρροια της συνολική κρίσης του καθεστώτος της άρχουσας τάξης. Η βαθιά οικονομική κρίση, οι απάνθρωπες πολιτικές εισοδηματικής αφαίμαξης και περιορισμού των λαϊκών και εργατικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, το κατασταλτικό μένος και οι ανοιχτές αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις ενάντια σε κάθε λαϊκή δραστηριότητα δεν πηγάζουν μόνο από την δεδομένη κυβερνητική ανικανότητα και την αντιλαϊκή αναλγησία του Κυρ. Μητσοτάκη. Αναβλύζουν από τις συνολικές επιτακτικές ανάγκες του αστικού καθεστώτος και την αγωνία εξασφάλισης των γενικών καπιταλιστικών συμφερόντων.
Η εκτεταμένη και συνεχώς διογκούμενη λαϊκή οργή, φράζει τον δρόμο στα αντιλαϊκά σχέδια που έχει ανάγκη ο ελληνικός καπιταλισμός. Την ίδια στιγμή η μεγάλη πτώση των αναμενόμενων εκλογικών ποσοστών, στερεί την δυνατότητα ανάδειξης αυτοδύναμης κυβέρνησης και, επιπλέον, εμποδίζει τις προϋποθέσεις για συμμαχικές κυβερνήσεις. Έτσι, το πρόβλημα Μητσοτάκη, αναδεικνύεται σήμερα σε βασικό πρόβλημα της αστικής πολιτικής σκηνής για την αποτελεσματική διαχείριση των συμφερόντων του ελληνικού αστικού καθεστώτος. Κινδυνεύει να βρεθεί σύντομα αντιμέτωπο με μια επικίνδυνη ακυβερνησία. Ήδη, πολιτικοί παράγοντες, που διεκδικούν ξανά ρόλους στις επερχόμενες εξελίξεις (Βενιζέλος Ε κλπ.), επισημαίνουν ανήσυχα ότι ήδη η χώρα «υπνοβατεί» και είναι «μη διακυβερνήσιμη». Το γεγονός αυτό υποχρεώνει τα αστικά πολιτικά επιτελεία να αναζητούν εναγωνίως την αλλαγή του αστικού πολιτικού σκηνικού της χώρας ώστε να μπορέσουν να οδηγηθούν σε μια κυβερνητική λύση συνεργασίας, «εθνικής ενότητας» ή όπως αλλιώς την ονομάσουν. Από εκεί απορρέουν και οι ανοιχτές σφοδρές «αντιπολιτευτικές» δραστηριότητες του Κ. Καραμανλή και Α. Σαμαρά, οι σκληρές επιθέσεις πολλών μεγάλων επιχειρηματικών κύκλων και αστικών πολιτικών επιτελείων κατά του «τελειωμένου» -όπως τον θεωρούν- Μητσοτάκη, και τέλος οι συστηματικές διεργασίες για την δημιουργία νέων κομμάτων (Τσίπρας, Καρυστιανού, κλπ.).
Αλλά είτε η ψευτο-αναπροσαρμοσμένη πολιτική, που υπόσχεται η σημερινή κυβέρνηση, είτε όποια άλλη εφαρμόσουν οι υπόλοιποι επίδοξοι μνηστήρες της αστικής εξουσίας -«δεξιοί», «κεντρώοι», «δημοκρατικοί», «σοσιαλδημοκράτες» ή όποιον άλλο τίτλο κι’ αν πάρουν- η κοινή τους υποταγή στην εξασφάλιση και επιβίωση του εκμεταλλευτικού συστήματος, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε πιο σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές, σε μεγαλύτερες μειώσεις εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, σε πιο εκτεταμένη εξάπλωση της λαϊκής φτώχειας, της ακρίβειας και της ανεργίας! Που σημαίνει ότι για τους εργαζόμενους δεν είναι αρκετή μια αντικατάσταση της κυβέρνησης Μητσοτάκη με έναν άλλο κυβερνητικό διαχειριστή του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος. Είναι η σοσιαλιστική ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος της εκμετάλλευσης.
Παγκόσμια η κρίση του καπιταλισμού
Απειλή για την ανθρωπότητα
Αυτή η τραγική κατάσταση που βρίσκεται ο ελληνικός καπιταλισμός, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, δεν χαρακτηρίζει μόνον αυτόν. Σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε μεγάλη ή μικρή χώρα, αναπτυγμένη ή καθυστερημένη, περισσότερο ή λιγότερο, αναπτύσσεται η ίδια κατάσταση. Τα εκμεταλλευτικά καθεστώτα, το καθένα μόνο του αλλά και σαν σύνολο, αδυνατούν να κρατήσουν την κοινωνία και τις κατακτήσεις της σε λειτουργία. Όταν η σκληρή δουλειά ο ιδρώτας και οι θυσίες των εργαζομένων σε ολόκληρο των κόσμο, έχουν εξασφαλίσει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας και της κοινωνίας για μια ικανοποιητική ανθρώπινη ζωή σε κάθε άνθρωπο του πλανήτη, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τις λειτουργήσει και να εξασφαλίσει τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις ανθρώπινης ζωής στους εκμεταλλευόμενους. Κρίση, οικονομική κατάρρευση, περιβαλλοντική καταστροφή, φτώχεια και στερήσεις για τις μεγάλες εκμεταλλευόμενες μάζες, αμύθητα συγκεντρωμένα πλούτη για μια μικρή χούφτα κεφαλαιοκρατών που συνεχώς γίνεται όλο και μικρότερη.
Εγκλωβισμένος ο παγκόσμιος καπιταλισμός στον ακλόνητο νόμο της συγκέντρωσης – συγκεντροποίησης και της μειωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, βολοδέρνει μέσα σε βαθιά κοινωνικο-οικονομική κρίση και αποσύνθεση που γεννά η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τα ασφυκτικά πλαίσια του έθνους κράτους. Δέσμιος της υπερανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που ο ίδιος δημιούργησε και ανίκανος πια να ανταποκριθεί στην ανάγκη διεύρυνσής του, τις οδηγεί σε μαρασμό, παρακμή και καταστροφή. Μαζική φτώχεια και στερήσεις, κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτικές ταραχές, κυβερνητική αστάθεια, κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά αδιέξοδα είναι η καθημερινή πραγματικότητα σε κάθε μικρή ή μεγάλη καπιταλιστική χώρα. Η αδυσώπητη ανάγκη για μεγαλύτερα και πιο γρήγορα κέρδη, σπρώχνουν το σάπιο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς όλο και βαθύτερα στην ξέφρενη κερδοσκοπία και σε άλλες αντιπαραγωγικές μεθόδους.
Η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πνιγμένη σε πλασματικό χρήμα και οικονομικές φούσκες, γεμάτη από αδιάθετα προϊόντα που δεν μπορούν να αγοραστούν από τους φτωχοποιημένους καταναλωτές, έχει γίνει πια πολύ μικρή για τα διεθνή κεφάλαια των μονοπωλίων και των τραπεζών. Που εναγωνίως, το καθ’ ένα απ’ αυτά μαζί με τις μητρικές χώρες τους, ψάχνουν την δική τους κερδοσκοπική σωτηρία, σε έναν λυσσαλέο παγκόσμιο ανταγωνισμό επικράτησης χωρίς όρια και όρους. Ο διεθνής εμπορικός πόλεμος δίνει πια την θέση του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις, έστω κι αν ακόμα αυτές γίνονται «δι’ αντιπροσώπων». Ο μαινόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, ο πόλεμος στην Συρία, στην Παλαιστίνη, στο Σουδάν, την Νιγηρία και σε πολλές ακόμα περιοχές του πλανήτη, ουσιαστικά είναι ενδοιμπεριαλιστικές πολεμικές συγκρούσεις, για την αναδιάταξη κυριαρχίας των κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων στην παγκόσμια αγορά.
Σύμφωνα με τον Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) -που συλλέγει δεδομένα για τις συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο- «όλος ο πλανήτης είναι ένα πεδίο μάχης… αυτή τη στιγμή ο κόσμος βιώνει σχεδόν 60 πολέμους και ένοπλες συγκρούσεις. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου…Έχουμε φτάσει σε ένα κατώφλι, κατά κάποιο τρόπο σε μια νέα κανονικότητα όπου σημειώνονται εξαιρετικά υψηλά επίπεδα βίας και, στην πραγματικότητα, σε εξαιρετικά αυξημένες εμπειρίες βίας σε όλο τον κόσμο… Μέσα σε αυτό το όλο και επιδεινούμενο σκηνικό, οι κυβερνητικές δυνάμεις ανά τον κόσμο πατούν τη σκανδάλη όσο ποτέ άλλοτε στην διάρκεια των τελευταίων έξι ετών. Συγκεκριμένα, για φέτος είχαν άμεση ανάμειξη στο 74% των βίαιων γεγονότων παγκοσμίως…» (Ναυτεμπορική 20-12-2025)
Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί και η εξωφρενική εγκληματική ενέργεια του Τραμπ (ΗΠΑ) να επέμβει στρατιωτικά στην Βενεζουέλα και να συλλάβει τον Μαδούρο και την σύζυγό του. Με ουσιαστικό σκοπό, όπως θρασύτατα διατυμπάνισε ο ίδιος στο διάγγελμά του, να αναλάβει την διεύθυνση της χώρας, να ελέγξει τα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου της και να τα παραδώσει την εκμετάλλευσή τους σε αμερικάνικες πετρελαϊκές εταιρείες. Κατακουρελιάζοντας για μια ακόμα φορά το λεγόμενο «διεθνές δίκαιο» που, οι ιμπεριαλιστές, το επικαλούνται επιλεκτικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.
Ο ξεπερασμένος καπιταλισμός, σήμερα, πιο απτόητα και με μεγαλύτερη ένταση, συνεχίζει να «γεννά τον πόλεμο όπως το σύννεφο την μπόρα» (Λένιν). Τα κανόνια και οι πύραυλοι καλούνται να λύσουν τις διαφορές κυριαρχίας. Την εξασφάλιση καλύτερης θέσης για πρώτες ύλες και εκμετάλλευση ενάντια σε κάθε αντίπαλη χώρα. Για τα κέρδη των μονοπωλίων και των κεφαλαιοκρατών, ο πλανήτης βρίσκεται ξανά δέσμιος της καταστροφικής λύσσας του σάπιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος και για μια ακόμα φορά αντιμέτωπος με την απειλή ενός νέου παγκόσμιου πολέμου με ολέθριες πυρηνικές προεκτάσεις. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι ένα παρηκμασμένο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Στην ιμπεριαλιστική του παρακμή, με τις ανυπέρβλητες ανισότητες και ανισομέρειες, όσο μένει όρθιος και μέσα από ένα ατέρμονο σπειροειδές σπιράλ υφέσεων και ανακάμψεων, σπρώχνει την ανθρωπότητα και ολόκληρο τον πλανήτη προς τον αφανισμό, μέσα από όλο και πιο βαθιές κρίσεις, στερήσεις, περιορισμούς, καταστολές, πολέμους και οδυνηρές καταστροφές.
«Η ιστορική κρίση της ανθρωπότητας ανάγεται στην κρίση της επαναστατικής ηγεσίας»
Τα λόγια αυτά του επαναστατικού μαρξισμού, που διατυπώθηκαν το 1938 από τον Λέον Τρότσκι μέσα από το ιδρυτικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς, δυστυχώς παραμένουν ακόμα αληθινά και επίκαιρα.
Η εργατική τάξη είναι αντικειμενικά η μόνη επαναστατική τάξη μέσα στην κοινωνία. Είναι αυτή που από την θέση της μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή έχει κάθε συμφέρον να επιθυμεί την ανατροπή του κοινωνικού συστήματος της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Είναι μια κολοσσιαία ποσοτική και ποιοτική κοινωνική δύναμη που μπορεί να το καταφέρει. Διαθέτει όλη την δυνατότητα για να οδηγήσει τις άλλες εκμεταλλευόμενες μάζες προς την απελευθέρωσή τους από τον καπιταλιστικό ζυγό, προς τον σοσιαλισμό.
Ωστόσο αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Δεν αρκεί μόνο η δυνητική δυνατότητα. Για να πετύχει την κοινωνική της σοσιαλιστική απελευθέρωση, η εργατική τάξη, πρέπει να παλέψει και να νικήσει τις κρατικές και όλες τις άλλες δυνάμεις, ένοπλες και μη, που προστατεύουν την κυριαρχία της άρχουσας κεφαλαιοκρατικής αντίδρασης. Για να καταφέρει αυτήν την υπερώριμη αναγκαία ανατροπή, η εργατική τάξη χρειάζεται πάνω απ’ όλα την οργάνωσή της. Την οργάνωση που θα της εξασφαλίσει την επαναστατική ηγεσία και θα την οδηγήσει στην εκπλήρωση του ιστορικού της ρόλου. Η απουσία αυτής της επαναστατικής ηγεσίας, η ιστορική κρίση ηγεσίας του προλεταριάτου, δεν επιτρέπει την υλοποίηση των υπαρχόντων οικονομικών προϋποθέσεων για την αναγκαία σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση. Αφήνοντας ολόκληρη την ανθρωπότητα μέσα στο τέλμα και τη κρίση της θανάσιμής αγωνίας του καπιταλισμού.
Μέχρι σήμερα, μετά την νικηφόρα ρωσική επανάσταση του 1917, με την επαναστατική ηγεσία του μπολσεβικισμού, και την εγκαθίδρυση του πρώτου προλεταριακού κράτους, η παγκόσμια εργατική τάξη, έχει ξεσπάσει σε αμέτρητες επαναστάσεις, σε πολλές χώρες του πλανήτη. Κάτω από τις απελπιστικές συνθήκες του σάπιου καπιταλισμού, για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τα γενικότερα κοινωνικά συμφέροντα, υποχρεώθηκε να ξεσηκωθεί, κυνηγώντας την απελευθέρωσή της. Ωστόσο, υπό την ηγεσία του αντεπαναστατικού σταλινισμού -που κυριάρχησε πάνω στο πρώτο σοβιετικό προλεταριακό κράτος και σε ολόκληρο το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα- της σοσιαλδημοκρατίας και των άλλων «αριστερών» καθεστωτικών ηγεσιών, οι πολλαπλές επαναστατικές αυτές προλεταριακές εξεγέρσεις, οδηγήθηκαν στην ήττα, πληρώνοντας βαρύ τίμημα αίματος και θυσιών. Για να φτάσει και πάλι σήμερα, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, μετά από πολλαπλούς κύκλους συγκρούσεων, αγώνων και κατακτήσεων, να βρίσκεται ξανά, εξαιτίας των καταστροφικών καπιταλιστικών συνεπειών, στο μέσο μιας γενικευμένης οργής και δυσαρέσκειας των εκμεταλλευομένων πληθυσμών. Με την απουσία, όμως, της προλεταριακής επαναστατικής ηγεσίας, να παραμένει το επίκεντρο των εθνικών και διεθνών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων.
Η ίδρυση της «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ (RCI)», που αναγγέλθηκε το 2024 και το ιδρυτικό Μανιφέστο που εξέδωσε, εκφράζουν την διάθεση να αποτελέσει την συνέχεια της 3ης και της 4ης Διεθνούς. Αποτελεί μια θετική ανταπόκριση προς την κατεύθυνση δημιουργίας της αναγκαίας επαναστατικής προλεταριακής ηγεσίας. Μένει μόνο, μέσα στα συνταρακτικά γεγονότα της διεθνούς ταξικής πάλης, με τις πολιτικές της και τις παρεμβάσεις της, να αποδειχτεί αποτελεσματική ώστε να χτίσει την πραγματική σύνδεσής της με τις μάζες της προλεταριακής πρωτοπορίας.
Η κατάσταση του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Στην χώρα μας, το ελληνικό εργατικό κίνημα διαθέτει τεράστια ποιοτική και ποσοτική κοινωνική δύναμη. Και έχει επανειλημμένα αποδείξει τις αγωνιστικές διαθέσεις του.
Οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες που έχουν αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες για την υπεράσπιση κατακτήσεων και δικαιωμάτων και η μαζική εργατική και ενεργητική κυβερνητική υποστήριξη σε κόμματα που εμφανίστηκαν με «σοσιαλιστικά» και «αριστερά» προσωπεία για την πραγματοποίηση σοσιαλιστικών αλλαγών (ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ), είναι οι καλύτεροι μάρτυρες της βαθιάς διάθεσης, πρόθεσης και ικανότητας της εργατικής τάξης να δώσει ένα σοσιαλιστικό τέλος στην εκμετάλλευση και την καταπίεση του σάπιου καπιταλισμού.
Η μη πραγματοποίηση των εργατικών σοσιαλιστικών προσδοκιών δεν οφείλονταν στην διάθεση και την δύναμη της ίδιας της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευομένων που την ακολούθησαν αλλά στην προδοσία και την κεφαλαιοκρατική υποταγή αυτών που υποστήριξε ως «σοσιαλιστές» και «αριστερούς ριζοσπάστες».
Οι παταγώδεις αυτές προδοσίες, και οι μεγάλες αντεργατικές θωρακίσεις του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος, από τις κυβερνήσεις των ψευτο – «σοσιαλιστών» και των δήθεν «αριστερών ριζοσπαστών», δεν έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Σκόρπισαν ξανά βαθιά απογοήτευση, αποκάρδιωση και αμφιβολία ανάμεσα στους εργάτες και τους άλλους εκμεταλλευόμενους της χώρας. Που ήρθαν να συναθροισθούν στις προηγούμενες μεγάλες ήττες που προκάλεσε η ανάλογη συμπεριφορά της σταλινικής ηγεσίας του ΚΚΕ και η αδιάκοπη διαχρονική εμμονή της σε πολιτικές που περιορίζονται στα κοινοβουλευτικά πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής «δημοκρατίας».
Σήμερα, το εργατικό κίνημα ζει κάτω από τις συνθλιπτικές συνέπειες αυτών των προδοσιών.
Η ηγεσία της κορυφαίας οργάνωσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος (ΓΣΕΕ) έχει παραδοθεί στον έλεγχο μιας επαίσχυντης γραφειοκρατίας του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού. Η οποία έχει διαιωνισθεί σε όλες τις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις κάθε επιπέδου, καταλύοντας κάθε κανόνα εργατικής δημοκρατίας από την λειτουργία τους και εκτοπίζοντας απ’ αυτές την μάζα των εργατών. Μια γραφειοκρατία εργατοπατέρων που ενώ έχει αναλάβει να συμβαδίζει με τις αντεργατικές επιταγές των κυβερνήσεων και των εργοδοτών, κάνει ότι μπορεί να πνίγει την αγωνιστική διάθεση των αγανακτισμένων και οργισμένων εργατών. Προσπαθεί συνεχώς να τις εκτρέπει με εκτονωτικά και τελείως αναποτελεσματικά διάφορα κόλπα, όπως αυτό των «24ωρων απεργιών». Και όταν δεν καταφέρνει να σταματήσει το ξέσπασμα αγώνων, κάνει ότι μπορεί να τους υπονομεύσει, να τους διασπάσει και να τους απομονώσει.
Στην διαιώνισή της και το αντεργατικό της έργο, η συνδικαλιστική αυτή γραφειοκρατία, βοηθιέται από τον μεγάλο κατακερματισμό της οργανωτικής δομής του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Που διαχωρισμένο σε αμέτρητα χωριστά κλαδικά και εργοστασιακά σωματεία, μέσα στους ίδιους κλάδους παραγωγής, μ’ έναν απίστευτο λαβύρινθο «ανεξάρτητων» ξεχωριστών διοικήσεων, κάνει σχεδόν αδύνατη την συμφωνία και την ενιαία δράση τους στα κοινά προβλήματα ακόμη κι ενός ίδιου κλάδου. Την στιγμή που η ίδια η οικονομική πραγματικότητα επιβάλλει την ενιαία οργάνωση σε Συνδικάτα κατά κλάδο παραγωγής με βάση την εργατική δημοκρατία και βασισμένα στις άμεσα εκλεγμένες και ανακλητές εργοστασιακές επιτροπές από τις Γενικές Συνελεύσεις του κάθε χώρου δουλειάς, η σημερινή ξεχωριστή κλαδική και η εργοστασιακή δομή που κυριαρχεί στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα καλλιεργεί την γραφειοκρατία των εργατοπατέρων και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σημερινών συνθηκών.
Το αναγκαίο ξερίζωμα του εργατοπατερισμού και της κυριαρχίας του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού από το εργατικό κίνημα είναι συνυφασμένο με την κατάκτηση της ενιαίας δράσης ενάντια στην κυβερνητική και εργοδοτική άγρια αντεργατική επίθεση. Η ανάπτυξη της εργατικής ανασυγκρότησης και αντεπίθεσης σημαίνει την πάλη για επανοργάνωση και ουσιαστική συμμετοχή των εργατών στις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις με την εξασφάλιση της λειτουργείας τους βάση των κανόνων της εργατικής δημοκρατίας. Αλλά κι αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρκετό. Πρέπει να είναι άρρηκτα συνενωμένο με την πάλη για την οργανική και οργανωτική συγχώνευση των ξεχωριστών κλαδικών και εργατικών σωματείων σε μια ενιαία οργάνωση Συνδικάτου κατά κλάδου παραγωγής. Συγχώνευση που, για να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα ενάντια στην γραφειοκρατία του εργατοπατερισμού, προϋποθέτει την μαζική συμμετοχή των ίδιων των εργατών μέσα από ανοιχτές ελεύθερες δημοκρατικές συζητήσεις και αποφάσεις δημοκρατικών Γενικών Συνελεύσεων σε κάθε σωματείο και χώρο δουλειάς του κάθε κλάδου.
Μια τέτοια διαδικασία μπορεί και πρέπει να πετάξει από την ΓΣΕΕ τους εργατοπατέρες που την ελέγχουν και να την δώσει πάλι στα χέρια των ίδιων των εργατών. Αντί της επανάληψης των συνεδρίων της, που διοργανώνουν οι εργατοπατέρες σε πανάκριβα και χλιδάτα ξενοδοχεία, μπορεί το εργατικό κίνημα, μέσα από την διοργάνωση ανοιχτής δημοκρατικής συζήτησης σε κάθε χώρο δουλειάς, εργοστάσιο και σωματείο για την πορεία και το πρόγραμμα της πάλης του ενάντια στην κυβερνητική επίθεση και τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης, να καταλήξει σε γενικές συνελεύσεις εκλογής αντιπροσώπων που σε μια Πανελλαδική Συνδιάσκεψη να εκλέξουν Επιτροπή για την ανάπτυξη του Ενιαίου Εργατικού Αγώνα και την διεκδίκηση της διοίκησης της ΓΣΕΕ.
Μια τέτοια αγωνιστική διαδικασία, που θα βασίζεται σε μαζικές διεργασίες των ίδιων των εργατών θα φέρει καταλυτική διάλυση της απογοήτευσης και της αποκάρδιωσης που έχουν εμφυσήσει στην εργατική τάξη οι αναποτελεσματικοί αγώνες των τελευταίων χρόνων, η αφαίρεση πολλών καταχτημένων δικαιωμάτων, η αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης της φτώχειας και της ακρίβειας, η απουσία ενός αγωνιστικού προγράμματος διεκδίκησης, η έλλειψη μιας εργατικής ηγεσίας που θα παλέψει για την αντιμετώπιση της πολυδιάσπασης. Θα θεμελιώσει την αναγκαία Ανασυγκρότηση των δυνάμεων της εργατικής τάξης και θα προωθήσει το Ενιαίο Εργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο.
Το κομμουνιστικό κίνημα και
η αναγκαία δράση των επαναστατών Κομμουνιστών
Η πορεία προς την σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργατικής τάξης, των εκμεταλλευομένων και ολόκληρης της κοινωνίας από την παρακμή και το αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος προϋποθέτει την ουσιαστική γεφύρωση της διάστασης που υπάρχει μεταξύ των υπερώριμων συνθηκών για την σοσιαλιστική ανατροπή και της συνείδησης από την εργατική τάξη αυτού του ιστορικού καθήκοντός της.
Οι κάθε είδους ρεφορμιστές και συμβιβαστές ηγέτες, για να δικαιολογήσουν την υποταγή τους στο εκμεταλλευτικό αστικό καθεστώς, διακηρύσσουν ότι η γεφύρωση αυτή είναι θέμα «πολύ μεγάλου χρόνου» έως και αδύνατη. Γι’ αυτό προτιμούν να γεμίζουν τα μυαλά τον εργατών και των άλλων εκμεταλλευομένων με τις αυταπάτες της «μεταρρύθμισης» του σάπιο καπιταλισμού και της εξοφλημένης «αστικής δημοκρατίας», καλώντας ξεδιάντροπα σε εγκατάλειψη της αγωνιστικής ανατροπής του συστήματος.
Αναμφίβολα, χρειάζεται χρόνος γι’ αυτή την ωρίμανση της επαναστατικής συνείδησης των εργατικών μαζών. Αλλά η παγκόσμια ιστορία των κοινωνικών αγώνων δείχνουν ότι οι ποσοτικές αλλαγές φτάνουν τελικά σ’ ένα κρίσιμο σημείο όπου μετατρέπονται σε ποιοτικές. Σήμερα, οι συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, με την αυξανόμενη οικονομική και κοινωνική αστάθεια που τραντάζει τα θεμέλια του αστικού καθεστώτος σε κάθε χώρα, η αγωνιώδη προσπάθεια των εργαζομένων για ένα διέξοδο ζωής και η μαζική απόρριψη των κυβερνήσεων και των κομμάτων του αστικού κοινοβουλίου, δηλώνουν ότι βρισκόμαστε σε μια τέτοια κρίσιμη εποχή. Μαζί με πολλά άλλα σημάδια, προδιαγράφουν μια επερχόμενη ποιοτική αλλαγή συνείδησης, μια νέα επαναστατική έκρηξη.
Την νικηφόρα κατάληξή της όμως δεν μπορεί να την εξασφαλίσει μόνο μια αυθόρμητη διαδικασία. Για να μπορέσουν οι εργατικές μάζες να απαλλαχθούν από τις συνέπειες του σάπιου καπιταλισμού μέσα από ανατρεπτικό σοσιαλιστικό αγώνα, απαιτείται οργάνωση και συνειδητή δράση. Απέναντι στους, ένοπλους και μη, μηχανισμούς του αστικού κρατικού μηχανισμού, η εργατική τάξη πρέπει να διαθέτει την δική της τακτική και στρατηγική. Που θα τα βρει μόνο στα ιστορικά διδάγματα και τα συμπεράσματα του επαναστατικού μαρξισμού. Γι’ αυτό, απαιτείται η ύπαρξη μιας δυνατής κομμουνιστικής οργάνωσης της εργατικής πρωτοπορίας, εκπαιδευμένη στις μαρξιστικές ιδέες και στις λενινικές μπολσεβίκικες μεθόδους.
Χωρίς μια τέτοια οργάνωση, η εργατική τάξη, ακόμα και στην επερχόμενη έκρηξή της, θα βρεθεί εκτεθειμένη σε κάθε συμβιβαστικό κήρυγμα κάθε υποτακτικού τσανακογλείφτη της αστικής εξουσίας, όποιο τίτλο κι αν χρησιμοποιεί. Που θα την οδηγήσει για άλλη μια φορά στην ήττα, με νέες ολέθριες συνέπειες.
Δυστυχώς, σήμερα στην χώρα μας, δεν υπάρχει μια τέτοια κομμουνιστική οργάνωση. Το μεγαλύτερο μέρος του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, είναι διασκορπισμένο και ανοργάνωτο, πελαγωμένο σε ιδεολογικούς αποπροσανατολισμούς που «κληρονόμησε» από την μεγάλη πανσπερμία ιδεολογικών ρευμάτων και οργανώσεων που έχουν δράσει μέχρι τώρα στην χώρα μας. Οι εναπομένουσες οργανώσεις, γυμνές από κάθε μαζική επιρροή μέσα στην εργατική τάξη, κινούνται στο περιθώριο των κοινωνικών εξελίξεων, αναπαράγοντας έναν μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό κομφούζιο.
Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας, με την πιο μαζική επιρροή, βρίσκεται το ΚΚΕ. Η σταλινική ηγεσία του οποίου κινείται μέσα στα όρια του ρεφορμισμού, μακριά από τις λενινικές μπολσεβίκικες πολιτικές. Παρ΄ όλο που τα τελευταία χρόνια, στις συνεδριακές του αποφάσεις υποχρεώθηκε να καταδικάσει την αντεπαναστατική σταλινική γραμμή των «σταδίων» και την ρεφορμιστική πολιτική «μεταρρύθμισης» και «εκσυγχρονισμού» του καπιταλισμού, στην πράξη η πολιτική του συνεχίζει να κινείται στην λογική του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και σε «λαϊκομετωπικές» κατευθύνσεις που πηγάζουν από την καταδικασμένη γραμμή. Αποφεύγει συστηματικά να πάρει οποιαδήποτε ουσιαστική πρωτοβουλία για την πάλη αγωνιστικής συσπείρωσης της εργατικής τάξης σε Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο ενάντια στις κυβερνητικές και εργοδοτικές επιθέσεις, περιορίζεται μόνο στην αναζήτηση εκλογικών ψήφων για αύξηση της εκλογικής του επιρροής και του κοινοβουλευτικού του ρόλου. Επαναπαυόμενη ότι έχει διαφορετική πολιτική απ’ όλους τους άλλους του κοινοβουλίου.
Οι υπάρχουσες οργανώσεις της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής «επαναστατικής» αριστεράς, με όλη την ομιχλώδη σύγχυση που διαπερνάει τις ιδεολογικές και στρατηγικές της αναφορές, όλες μαζί και η κάθε μια ξεχωριστά, αποκομμένες από τις μάζες των εργατών, κινούμενες σεχταριστικά, απέχουν πολύ απ’ αυτό που χαρακτηρίζει μια κομμουνιστική μπολσεβίκικη οργάνωση που έχει ανάγκη το εργατικό κίνημα.
Απ’ αυτές, οι σταλινογενείς ομάδες, συναγωνίζονται στην απομίμηση της ηγεσίας του ΚΚΕ διεκδικώντας την υποκατάστασή του με μεγαλύτερη πίστη στις σταλινικές αντεπαναστατικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις. Οι άλλες, που τοποθετούν τον εαυτό τους στον επαναστατικό μαρξισμό, τον τροτσκισμό, παρ’ όλο που στα χαρτιά τους μπορεί να αναφέρονται στις στρατηγικές επαναστατικές διακηρύξεις, στην πράξη τις ξεχνούν εφαρμόζοντας διάφορες παραλλαγές πολιτικής και ταχτικής που παροπλίζουν αυτές τις διακηρύξεις. Υπάρχουν και πολλές άλλες που κινούνται σε δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στα 2 προηγούμενα ρεύματα και οι οποίες, πέρα από βαρύγδουπες αλλά κενές πολιτικού περιεχομένου τυμπανοκρουσίες, κυνηγούν αναγνώριση.
Οι περισσότερες απ’ όλες αυτές μαζί, πέρα από τα σεχταριστικά χαρακτηριστικά τους, διακρίνονται και από το εξής κοινό χαρακτηριστικό. Να διεκδικούν μια «μαζική» πολιτική αναγνώριση μέσα από την ψηφοσυλλεκτική κοινοβουλευτική διαδικασία. Παραμερίζουν τις διαφορές αρχών και στρατηγικών που έχουν και καταφεύγουν συνεχώς, κυρίως στις παραμονές κοινοβουλευτικών εκλογών, στην συγκρότηση «κοινών» εκλογικών μετώπων για την συγκέντρωση ψήφων. Αποφεύγουν όμως, σταθερά, κάθε προσπάθεια δράσεων για το κέρδισμα πραγματικής μαζικής εργατικής υποστήριξης. Και κυρίως αδιαφορούν εντελώς για την έμπρακτη προώθηση του Ενιαίου Εργατικού Αγωνιστικού Μετώπου της διασπασμένης εργατικής τάξης. Παρ’ όλο που στις περγαμηνές των περισσοτέρων αυτή η επαναστατική λενινική τακτική είναι γραμμένη με έντονα γράμματα, στην πράξη την βλέπουν υλοποιήσιμη μόνο όταν αυτοί οι ίδιοι γίνουν «μεγάλοι» και θα μπορέσουν να έρθουν σε συνεννόηση με άλλες ηγεσίες κομμάτων. Στην άποψή τους το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο, (από τα κάτω κι από τα πάνω όπως είπε ο Λένιν), δεν είναι υπόθεση αγωνιστικής συσπείρωσης των ίδιων των εργατών αλλά μόνο «μετωπικές» ηγετικές συνεργασίες «μαζικών» κομμάτων. Στην πραγματικότητα, η απασχόλησή τους με το εργατικό κίνημα και τα προβλήματά του, αν δεν είναι μηδαμινό, αποτελεί ανταγωνιστική αντιγραφή της πολιτικής της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η δημιουργία και η ενίσχυση «μετώπων» των ημετέρων και μόνο δυνάμεων που θα αυξήσουν την αξία τους στο κοινοβουλευτικό παζάρι.
Χωρίς υπερβολή, στις οργανώσεις της σημερινής «επαναστατικής» αριστεράς, εμφανίζονται όλα τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά που εμφάνισε, την δεκαετία του ’20 και του ’30, το ελληνικό υποκατάστατο της σοσιαλδημοκρατίας, η ομάδα του αποκαλούμενου «Αρχειομαρξισμού» με τον μικροαστικοεπαναστατικό οπορτουνιστικό χαρακτήρα της. Όχι γιατί οι σημερινές οργανώσεις της «επαναστατικής αριστεράς» συνειδητά αντιγράφουν τα αρχειομαρξιστικά γνωρίσματα (οι περισσότερες δεν φαίνεται να τα γνωρίζουν άλλωστε) αλλά γιατί τα στοιχεία της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας επιδρούν με τον ίδιο τρόπο με αυτά που γέννησαν και τον αρχειομαρξισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι διάφοροι νέοι «ιστορικοί» εμφανίζονται εντελώς ανιστόρητα να «επαινούν» τον αρχειομαρξισμό ενάντια στις ιστορικά δικαιωμένες απόψεις του επαναστάτη μαρξιστή Π. Πουλιόπουλο γι’ αυτόν. Μ’ αυτόν τον τρόπο βέβαια, τέτοιοι «ιστορικοί», όσοι μάλιστα συνδέονται και με κάποια οργάνωση, πιστεύουν ότι βρήκαν ένα τρόπο να εκφράζουν την «διαφωνία» τους με τις μαρξιστικές απόψεις του Π. Πουλιόπουλου που η ομάδα τους δεν μπορεί να το κάνει αλλιώς.
Με όλο αυτό το αποκαλούμενο «ακροαριστερό» σεχταριστικό ιδεολογικοπολιτικό συνονθύλευμα του μικροαστικού ψηφοσυλλεκτικού προσανατολισμού, που κάθε μια από τις «αλάθητες» και με βαρύγδουπους τίτλους, ομάδες του, με φαντασμαγορικές μεμονωμένες ενέργειες, προσπαθεί να «υποκαταστήσει» την ανεξάρτητη δράση της ίδιας της εργατικής τάξης, οι κομμουνιστές διεθνιστές δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σχέση.
Εμείς πιστεύουμε ότι η συνεπής κομμουνιστική πολιτική, η βασισμένη στα διδάγματα του επαναστατικού μπολσεβικισμού, απαιτεί την υπομονετική και επίμονη καθημερινή δράση για την αγωνιστική συσπείρωση της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη της ενιαίας πάλης της, ενάντια στην αυξανόμενη κυβερνητική και εργοδοτική επίθεση, από την ίδια την εργατική τάξη. Θεωρούμε ότι η ιδεολογική και πολιτική δράση των κομμουνιστών, σε κάθε πεδίο (συνδικαλιστικό πολιτικό, κοινωνικό) πρέπει να διακρίνεται από σαφήνεια και καθαρότητα, ώστε να καταπολεμάει την αστική και μικροαστική σύγχυση που απλόχερα σπέρνεται ανάμεσα στους εργάτες και τους εκμεταλλευόμενους. Να στοχεύει σταθερά στην διάδοση του επαναστατικού μαρξισμού, χωρίς πολιτικάντικους ακροβατισμούς. Με σαφή κατεύθυνση την ανάπτυξη των αναγκαίων προϋποθέσεων ανατροπής του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος, από την ίδια την εργατική τάξη και τους φυσικούς συμμάχους της. Αυτό σημαίνει ότι η κομμουνιστική πάλη ενάντια στο εκμεταλλευτικό καθεστώς και τους «αριστερούς» στυλοβάτες του, πρέπει να συνοδεύεται απαρέγκλιτα και ενάντια στην επικίνδυνη πολιτική σύγχυση και την επιβλαβή μικροαστική ανυπομονησία που αντιπροσωπεύουν οι ποικιλόμορφες σεχταριστικές ομάδες του λεγόμενου «ακροαριστερού» χώρου.
Μέσα στις ταραχώδεις εξελίξεις, που προκαλεί η κρίση του σάπιου καπιταλισμού, και μπροστά στις επερχόμενες επαναστατικές εκρήξεις, το κομμουνιστικό κίνημα, που σήμερα βρίσκεται στο περιθώριο ή στεγανοποιημένο στα κοινοβουλευτικά έδρανα του συμβιβασμού και της σεχταριστικής απομόνωσης, πρέπει να επανακτήσει την επαναστατική παρουσία του μέσα στις έντονες ταξικές διεργασίες.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, υπάρχει η ανάγκη για την συσπείρωση των επαναστατών κομμουνιστών σε μια Ενιαία Οργάνωση βασισμένης πάνω στις αρχές και την πολιτική του επαναστατικού μαρξισμού, πάνω στις βάσεις του λενινικού μπολσεβικισμού, όπως έχουν διατυπωθεί στα 4 πρώτα Συνέδρια της Κομμουνιστικής (Γ’) Διεθνούς, στο ιδρυτικό Συνέδριο της 4Ης Διεθνούς και στο πρόσφατο Μανιφέστο της νεο-ιδρυθείσης «Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI). Μια συσπείρωση που, στενά συνυφασμένη με τα μεγάλα προβλήματα του εργατικού κινήματος, θα επιδιώξει, μέσα στις σημερινές συνθήκες, να συνδέσει την προσπάθεια αυτή με την αντίστοιχη ανολοκλήρωτη προσπάθεια του δολοφονημένου (το 1943) επαναστάτη ηγέτη Π. Πουλιόπουλου για την οικοδόμηση της ΕΟΚΔΕ.
Ο Σύνδεσμος Διεθνιστών Κομμουνιστών Ελλάδας (Εργατική Δημοκρατία), παρά την μικρή του εμβέλεια, θα παλέψει με κάθε τρόπο για τον σκοπό αυτό. Ήδη από πολλά χρόνια, στα πλαίσια δημιουργίας μιας πρώτης συσσώρευση δυνάμεων για τον σκοπό αυτό, προσπαθεί με τους συντρόφους της «Επαναστατικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης», να φτάσουν σε μια κοινή αγωνιστική στάση για τα ζητήματα του εργατικού κινήματος και ταυτόχρονα να συζητήσουν σοβαρά την συνένωση της δράσης τους προς μια τέτοια Ενιαία Επαναστατική Οργάνωση. Η συμφωνία μάλιστα και των 2 ομάδων με το Μανιφέστο της RCI, μας έκανε να πιστέψουμε ότι παρά τις πολιτικές και ταχτικές διαφωνίες που αναπόφευκτα υπάρχουν, θα μπορούσε να προχωρήσει αποδοτικά μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Δυστυχώς, οι σύντροφοι της ΕΚΟ, παρά την επιμονή μας, ακατανόητα εμμένουν να αποφεύγουν και να αρνούνται μέχρι σήμερα, την πρότασή μας. Εμείς θα επιμείνουμε γιατί κατανοούμε ότι η διαδικασία θεμελίωση και προώθησης της αναγκαίας επαναστατικής κομμουνιστικής οργάνωσης, συνδεδεμένης στενά με την πάλη για τα προβλήματα του εργατικού κινήματος, δεν μπορεί να γίνει με μεγαλόσχημες προσδοκίες από μια και μόνο μικρή οργάνωση. Θα είναι αποτέλεσμα μιας αρκετά δύσκολης και πολύπλοκης συλλογικής διεργασίας. Ακόμα και η απαραίτητη πρωταρχική συσσώρευση των σκόρπιων και διάσπαρτων επαναστατών κομμουνιστών και ιδιαίτερα των νέων, απαιτεί την αποδοτική συνεργασία όλο και περισσότερων δυνάμεων που συμφωνούν με τον σκοπό αυτό.
Η αναγκαία αυτή πάλη για την θεμελίωση και οικοδόμηση των επαναστατών κομμουνιστών στην χώρα μας, όσο δύσκολη διεργασία κι αν είναι, πρέπει να γίνεται, από την αφετηρία της, στην βάση των μαρξιστικών μπολσεβίκικων επαναστατικών αρχών και να είναι άρρητα συνυφασμένη με την καθημερινή πάλη υπεράσπισης των καταχτήσεων και των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Μια διαρκή, συνεχόμενη, καθημερινή πάλη με δράση και προτάσεις:
- Για την υπεράσπιση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευομένων και για την διεύρυνσή τους, ενάντια στην κυβερνητική και εργοδοτική επίθεση της κεφαλαιοκρατίας και των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης. Την προώθηση ενός μεταβατικού προγράμματος διεκδικήσεων που θα προστατεύει το εργατικό βιοτικό επίπεδο, θα αποκαλύπτει τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και θα καλλιεργεί στην εργατική συνείδηση την ανάγκη σοσιαλιστικής ανατροπής της κάθε κεφαλαιοκρατικής κυβέρνησης και ολόκληρου του αστικού καθεστώτος.
- Για την πάλη της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, ενάντια στον έλεγχο των συνδικαλιστικών του οργανώσεων από τους εργατοπατερικούς μηχανισμούς του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού. Για την συσπείρωση των εργατών στις απογυμνωμένες συνδικαλιστικές του οργανώσεις. Για την επιβολή στην λειτουργία τους της εργατικής δημοκρατίας. Για την αντιμετώπιση του μεγάλου οργανωτικού κλαδικού και εργοστασιακού κατακερματισμού τους, με την συγχώνευση τους σε ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ κατά κλάδο παραγωγής.
- Για την αντιμετώπιση της πολυδιάσπασης των δυνάμεων της εργατικής τάξης που διαιωνίζεται από τους μηχανισμούς του αστικού καθεστώτος και τους κάθε είδους στυλοβάτες του, ρεφορμιστές ηγέτες. Την διαρκή προπαγανδιστική πάλη της ανάγκης του ΕΝΙΑΙΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ενάντια στις συνέπειες της κεφαλαιοκρατικής αντεργατικής επίθεσης. Ώστε να απλώνεται ανάμεσα στους εργάτες η αντίληψη ότι ο αγώνας για την καθημερινή επιβίωση είναι αγώνας της Τάξης ενάντια στην τάξη των κεφαλαιοκρατών, ενάντια στις συμβιβαστικούς αποπροσανατολισμούς των ρεφορμιστών συμβιβασμένων ηγετών. Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης πρέπει ή μπορεί να υποκατασταθεί από κάποιες «συμμαχίες» κομμάτων ή οργανώσεων. Ή ότι για να παλέψουμε για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο θα πρέπει πρώτα να υπάρχει μια μαζική επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση. Η κορυφαία λενινιστική ταχτική του Ενιαίου Μετώπου στόχευε και αποσκοπούσε, πρωταρχικά, στην κινητοποίηση των ίδιων των εργατικών μαζών για την κοινή πάλη τους στα κοινά προβλήματα της τάξης και στην αποδέσμευσή τους από τις συμβιβαστικές επιδράσεις των ρεφορμιστικών ηγετών που τις συγκρατούν, ανεξάρτητα από την συμφωνία ή την διαφωνία τους. Ο στόχος αυτός πρέπει να είναι σταθερά στόχος και επιδίωξη κάθε μεμονωμένου κομμουνιστή αγωνιστή, κάθε κομμουνιστικής οργάνωσης, ανεξάρτητα του μεγέθους της.
- Με την επεξεργασία και την ανάπτυξη ενός εργατικού προγράμματος για την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, την ανατροπή του κρατικού κεφαλαιοκρατικού μηχανισμού και την εγκαθίδρυση μιας Συμβουλιακής Εργατικής Δημοκρατίας που θα εξασφαλίζει την αληθινή έκφραση των εργατών και των εκμεταλλευομένων, για μια οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με βάση την κοινωνική ιδιοκτησία και την σχεδιασμένη λειτουργία των βασικών μονάδων παραγωγής κάτω από την άμεση διοίκηση-έλεγχο των ίδιων των εργατών και των άλλων εργαζομένων.
- Για την κοινή πάλη της ευρωπαϊκής τάξης για την ανατροπή της αποκαλούμενης «Ευρωπαϊκής Ένωσης» των κεφαλαιοκρατών, για μια Εργατικής Σοσιαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την δημιουργία ενιαίων Σοσιαλιστικών Ομοσπονδιών σε κάθε περιοχή του πλανήτη, για την κυριαρχία του παγκόσμιου σοσιαλισμού που θα βάλει οριστικό τέλος στους πολέμους και τις κρίσεις του σάπιου καπιταλισμού.
Εμπρός για την συγκρότηση του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου
Εμπρός για την οικοδόμηση μιας επαναστατικής κομμουνιστικής οργάνωσης
Εμπρός για την θεμελίωση της νέας μπολσεβίκικης εργατικής Διεθνούς
Γενάρης 2026
Σύνδεσμος Διεθνιστών Κομμουνιστών Ελλάδας
(ΣΔΚΕ – Εργατική Δημοκρατία)
